δαμάλης


δαμάλης
δαμάλης, ο (Α)
1. αυτός που δαμάζει («δαμάλης Ἔρως», Ανακρ.)
2. νεαρό βόδι, μοσχάρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. (θ.) δαμα- (πρβλ. αόρ. εδάμασα) τού ρ. δάμνημι* + επίθημα σε -Ι-].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δαμάλης — δάμαλις young cow fem gen sg (attic epic ionic) δάμαλις young cow fem nom/voc pl (doric aeolic) δαμάλη fem gen sg (attic epic ionic) δαμάλης subduer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλαι — δάμαλις young cow fem nom/voc pl δαμάλᾱͅ , δάμαλις young cow fem dat sg (doric aeolic) δαμάλᾱͅ , δαμάλη fem dat sg (doric aeolic) δαμάλης subduer masc nom/voc pl δαμάλᾱͅ , δαμάλης subduer masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλαν — δαμάλᾱν , δάμαλις young cow fem acc sg (doric aeolic) δαμάλᾱν , δαμάλη fem acc sg (doric aeolic) δαμάλᾱν , δαμάλης subduer masc acc sg (epic doric aeolic) δαμάλης subduer masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλας — δαμάλᾱς , δάμαλις young cow fem acc pl δαμάλᾱς , δάμαλις young cow fem gen sg (doric aeolic) δαμάλᾱς , δαμάλη fem acc pl δαμάλᾱς , δαμάλη fem gen sg (doric aeolic) δαμάλᾱς , δαμάλης subduer masc acc pl δαμάλᾱς , δαμάλης subduer masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • JO — filia Inachi fluvii, a Iove adamata, Epaphi ex illo mater, quam ob interventum Iunonis, ne agnosceretur, Iuppiter in iuvencam transformavit: Iuno tamen suspicata id quod res erat, vaccam eam a Iove sibi dono dari postulavit: quam cum accepisset,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δάμνημι — (Α) 1. δαμάζω, καταβάλλω (α. «δάμνησι στίχας ἀνδρῶν» κατανικά τις σειρές των πολεμιστών β. «αλλά με χεῑμα δάμναται» αλλά μέ καταβάλλει η κακοκαιρία) 2. (μτχ. θηλ. ενεστ. ως ουσ.) δαμναμένη, η α) το φυτό κατανάγκη, ορνιθόπους β) το φυτό κήμος,… …   Dictionary of Greek

  • δαμάλα — η (AM δάμαλις, Α και δαμάλη, Μ και δαμαλίς) αγελάδα, συνήθως νεαρή που δεν έχει ακόμη γεννήσει νεοελλ. χοντρή και ανόητη γυναίκα αρχ. μσν. παρθένα, κόρη μσν. φρ. «ἡ δάμαλις ἡ ἄσπιλος» (για τη Θεοτόκο) αρχ. φρ. «δάμαλις σῡς» γουρουνόπουλα. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • δαμαλίζω — (I) εμβολιάζω με δαμαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. vaccinate). Η λέξη μαρτυρείται από το 1864 στον Λουκ. Ι. Καραλίβανο]. (II) δαμαλίζω (Α) [δαμάλης] δαμάζω (ατίθασα άλογα) …   Dictionary of Greek

  • κιξάλλης — και κιττάλης, ὁ (Α) 1. αυτός που κάνει ληστείες στον δρόμο, ο ληστής 2. (κατά τον Ησύχ.) «κιξάλης φώρ, κλέπτης, ἀλαζών». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. μικρασιατικής προελεύσεως εμφανίζει ττ (κιττάλης) στη θέση τού ξ και επίθημα σε λ (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • δαμαλᾶν — δάμαλις young cow fem gen pl (doric aeolic) δαμάλη fem gen pl (doric aeolic) δαμάλης subduer masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.